Οι παραισθήσεις παρουσιάστηκαν αφού έφυγα από την επιχείρηση του Μεγιστάνα. Τα γεγονότα που προηγήθηκαν είχαν εξελιχτεί ραγδαία. Διαπραγματεύτηκα, για λογαριασμό του εργοδότη, με τους εργαζόμενους. Καταλήξαμε σε συμφωνία, που την ανέτρεψαν την τελευταία στιγμή και οι δυο πλευρές. Πίστευαν πως η μία μπορούσε να εξουδετερώσει την άλλη. Η απεργία ξεκίνησε από μικρή σχετικά ομάδα και εξελίχτηκε σε χιονοστιβάδα. Αδράνησα, δε χτύπησα τους πρώτους απεργούς, κι έτσι σταδιακά προσχώρησε σ’ αυτούς σχεδόν ολόκληρο το προσωπικό. Τότε έγινε το επεισόδιο. Διαδόθηκε πως μπράβοι της εταιρείας σκότωσαν τρεις εργάτες, για εκφοβισμό των υπολοίπων. Το πλήθος κινήθηκε προς τα γραφεία με ξύλα και σίδερα. Κι εγώ απ’ την κεντρική πόρτα, προχώρησα προς τους απεργούς και φώναξα: “Δεν υπηρετώ δολοφόνους”. Ακολούθησαν οι γνωστές σκηνές: αγκαλιάσματα, δάκρυα. Η κατάσταση πάγωσε. Οι απεργοί δεν έκαναν κατάληψη του εργοστασίου. Η φήμη βέβαια δεν ήταν αληθινή. Ο ιδιοκτήτης με παραμέρισε από διευθυντή του εργοστασίου, με μετέθεσε στα κεντρικά γραφεία. Λίγο αργότερα έφυγα μόνος μου. Στο μεταξύ η απεργία είχε λήξει. Καπελώθηκε πολιτικά.
