-Παιδάκι μου, πρόσεξε τις ώρες που θα λείπουμε εμείς στις δουλειές του χωραφιού, να μην ανοίξεις την πόρτα σε κανέναν, ούτε τόσο δα, όσο είναι μία τρίχα, μη τυχόν και μπει μέσα ο ήλιος και ζητήσει να σε πάρει. Εμείς θα του πούμε πως σε χάσαμε. Πως χάθηκες στο δάσος. Έτσι θα ζούμε για πάντα μαζί, εγώ, εσύ, κι ο πατέρας σου, του εξήγησε η μητέρα, με χάδια και φιλιά. Καλά, μητέρα.
-Θα κάνω όπως μου λέτε, συμφώνησε το Μαρούλι. Περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι μήνες, μέχρι που έφτασε ο έβδομος χρόνος, που έπρεπε να δώσουν το παιδιί στον ήλιο.
