«Δέχτηκα την πρόταση να κάνουμε μια βόλτα στις λίμνες, σηκώθηκα, άφησα στο τραπέζι τα λεφτά που χρωστάγαμε και βγήκα με τον Βαλέργα και την παρέα. Ακολούθησε ένας καβγάς. Τον βλέπω σαν σε όνειρο. Ο Αντούνες ή κάποιος άλλος, είπε πως είχα κερδίσει στις κούρσες παραπάνω απ’ όσα είχα πει. Στο σημείο αυτό όλα αρχίζουν να είναι συγκεχυμένα κι εξωφρενικά, σαν όνειρο. Απ’ ότι θυμάμαι, ο γιατρός πήρε το μέρος του Αντούνες και παλέψαμε με το μαχαίρι στο φως του φεγγαριού…».
