Στο ταξιδιωτικό γραφείο Κουκ, η Κάθριν είδε πως έπρεπε να περιμένει για να βγάλει το εισιτήριό της για τη Ριβιέρα. Αισθάνθηκε σαν όλοι να πήγαιναν στη Ριβιέρα…, όπως κι ο άντρας μπροστά της – όπως και ο Ηρακλής Πουαρώ… Ο άντρας μπροστά της γύρισε απότομα, κι εκείνη πήρε τη θέση του. Τ ο πρόσωπο αυτού του άντρα… Κατά κάποιο τρόπο της ήταν γνωστό… Πού τον είχε ξαναδεί; Ξαφνικά θυμήθηκε. Ήταν στο Σαβόυ έξω από το δωμάτιό της, εκείνο το πρωί. Έριξε μια ματιά πάνω απ’ τον ώμο της και αισθάνθηκε κάποια ανεξήγητη αμηχανία, δεν ήξερε γιατί. Ο άντρας αυτός στεκόταν ακόμη στην πόρτα του καταστήματος και την κοιτούσε. Ένα παγωμένο ρίγος διέτρεξε ολόκληρη την Κάθριν. Είχε μια ξαφνική, εφιαλτική αίσθηση πως επάνω τους κρεμόταν μια τραγωδία, ένα μοιραίο προαίσθημα…
