Η μικρή Νανά μένει όλη μέρα κλεισμένη στο διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου, περιμένοντας να γυρίσει η αδελφή της η Κατερίνα από το σχολείο. Μοναδική της συντροφιά είναι η Λάση, το αγαπημένο της σκυλί και οι σκέψεις της για τους γονείς της που ζουν στη μακρινή Βραζιλία. Γιατί όμως δεν έρχονται στην Ελλάδα, όπως της είχαν υποσχεθεί; Γιατί της έχουν πει ν’ απαντά σ’ όσους τη ρωτούν γι’ αυτούς μ’ ένα “Δεν ξέρω!”; Η μικρή Νανά καταλαβαίνει ότι κάποιο μυστικό της κρύβουν. Όμως κάποιο βράδυ παραλίγο να το μάθει. Άκουσε την Κατερίνα να λέει ανάμεσα σε λυγμούς: <<Δεν καταλαβαίνεις Νίκο; Θα βρεθούν άσχημα μπερδεμένοι. Δεν μπορούν να γυρίσουν στην Ελλάδα...>>. Η Νανά θα ‘θελε να μπορούσε να σταματήσει τη βροχή για ν’ ακούσει καθαρά τα λόγια της αδελφής της. Κι αυτός ο αέρας, άλλοτε χτυπούσε τη βροχή στο παράθυρο μ’ ένα δαιμονισμένο θόρυβο κι άλλοτε την έπαιρνε θαρρείς μακριά. Και τότε… τότε η Νανά μπορούσε ν’ ακούσει κι η καρδιά της πήγαινε να σπάσει!
