Όπως κι αν είναι, η οδός Ιεροθέου -το μέρος τούτο μπρος στα περιβόλια- έχει μια σύσταση ξεχωριστή ολότελα. Ίσως να τη χρωστάει στο ρεύμα του ανέμου που κατεβαίνει από το βουνό – α, κάτι τρίβει ο άνεμος απ’ το μυαλό του ανθρώπου, λεπταίνει ακόμη ως και τ’ άψυχα. Τις νύχτες του καλοκαιριού, όσο λούφαζ’ η άλλη χώρα μέσα στην ασφυξία της μαλάτσας, εδώ φυσάει το αγέρι του βουνού και μαστιγώνει τα αίματα. . . Ίσως το άλλο στοιχείο της, η σκόνη, να πρόσθετε την ξωτικιά του χάρη. Ο δρόμος τυλιγότανε μέσα σ’ ένα κυματισμό από πέπλα, τα πρόσωπα και οι καταστάσεις παίρνανε κάποιο περίγραμμα ρευστό, ακαθόριστο, ιδεατό – τρεμουλιαστό και ιριδισμένο καθώς οι πέτρες και τα φύκια κάτω από τη διαφάνεια της θάλασσας. . . Οι παραμέσα συνοικίες – ακόμα και οι κοντινές όπως τα Ψηλαλώνια και η οδός Τριών Ναυάρχων – διατηρούσαν μιαν ατμόσφαιρα πηχτή, χοντροκομμένη, κυβισμένη, αδρή. Μόλις έβγαινες στο δρόμο τούτο, βρισκόσουν κιόλα σ’ ένα καινούργιο κλίμα ψυχικό – κάτι σαν κατανόηση, σαν άφεση αμαρτιών. Ένιωθες, προτού ακόμη τις κατατοπίσεις, να δημιουργόνται σχέσεις αναπάντεχες, παράδοξες – και πως τα λόγια που θα μεταχειριστείς αργότερα να τις διατυπώσεις, δε θα μπορούν να ερμηνέψουν ατόφια την πραγματικότητα: κάτι σαν περιέργεια εσωτερική, σε ανισορροπία με τον τρόπο που εκφράζεται. Μιαν αρχική εντύπωση που της μαντεύεις ενδιαφέροντες εξελιγμούς – χαρούμενους ή θλιβερούς, δεν έχει σημασία. Ίσως η ποίηση να ‘χει κάποιο ανάλογο ξεκίνημα.
