Το βλέμμα του σταματά στον απέναντι καθρέφτη. Τα μάτια της γυναίκας τον κοιτούν γεμάτα υπόσχεση. Τα χρόνια που πέρασαν του’μαθαν τον τρόπο να απολαμβάνει τα γήινα και τις χαρές του σήμερα. Απόκτησε ό,τι επιθυμούσε η ψυχή του.Στην τσέπη του έχει το τηλέφωνό της και η ανάμνησή της τον γεμίζει γλυκιά προσμονή. Οδηγεί αργά και χαμογελά στον ήλιο που γέρνει στη δύση αργά… Δυο μάτια απ’το παρελθόν τον κοιτούν. Δυο μάτια θάλασσες τον κυνηγούν απ’τα δεκαεφτά του. Ένας χείμαρρος από μαύρα μαλλιά ανεμίζει. Κάθε που το φως αρχίζει να χάνεται ακολουθώντας τον ήλιο, εκεί, στο λυκόφως της πόλης, εκείνος προσπαθεί να ζήσει την κάθε του μέρα σαν τελευταία. Θα μπορέσει;
