Ο γέρος το οσμίστηκε πρώτος. Λιπαντικό για όπλα. Μια αμυδρή οσμή, που έφερνε ο άνεμος απ’ το μονοπάτι. Η οσμή του ερασιτέχνη, σκέφτηκε. Κάθε καλός κυνηγός θα την είχε καλύψει πολύ καλύτερα. Θα τρόμαζαν όλα τα θηράματα. Ακόμα κι αν δεν έκαναν τόση φασαρία κατηφορίζοντας. Ο σκύλος σήκωσε ξανά το κεφάλι κι ο γέρος τους είδε με την άκρη του ματιού του να κατεβαίνουν τον λόφο. Παιδιά. Δεκαεφτά, μπορεί και δεκαοχτώ χρονών.
