<<Το έλκηθρο διέσχιζε το μικρό χωριό, έναν οικισμό με σπίτια σε μια σειρά σχεδόν θαμμένα στο χιόνι. Πλησίαζε σούρουπο και η παγωνιά έκοβε σαν μαχαίρι. Ο καπνός απ' τις καμινάδες κρεμόταν στον αέρα σαν ζωγραφιά. Τα δυο άλογα στο έλκηθρο, γκρίζα, όμοια σαν δίδυμα, άχνισαν τυλιγμένα στον ατμό του σώματός τους. Οι τέσσερις επιβάτεςδεν ξεχώριζαν. Έβλεπε κανείς ένα άδειο έλκηθρο φορτωμένο γούνες. Τα κουδούνια γύρωαπ' το λαιμό των ζώων χτυπούσαν νευρικά. Τώρα το έλκηθρο πέρασε τα τελευταία σπίτια κι όπως πήρς μια ελαφριά στροφή παρακάμπτοντας μια συστάδα δέντρων, αποκάλυψε στο βάθος ένα σκούρο όγκο, την κορυφή κτιρίου από πέτρα. Οι επιβάτες αγκαλιάστηκαν χαρούμενοι...>>
