Ο Οδυσσέας Ανθής ζει τη δικιά του οδύσσεια στην κόλαση του εμφύλιου με μια ταπεινή προσδοκία: ένα ζευγάρι παπούτσια για τη μάνα του. Μα δε θα φτάσει ποτέ στην Ιθάκη – γιατί ο κομμουνισμός δεν έφτιαξε, δε μπόρεσε ποτέ να φτιάξει τη δικιά του Ιθάκη στην Ελλάδα. Χτίζει, όμως, μέσα του μιαν ερωτική Ιθάκη και θρονιάζει εκεί τη δικιά του Πηνελόπη -την Ειρήνη. “Αγαπημένη μου συναγωνίστρια Ειρήνη του τρίτου συντάγματος θα σ’ αγαπώ και πέρα απ΄το θάνατο. Γι΄αυτό και δε με φοβίζει το τέλος. Μ΄ ενδιαφέρει, όμως, να πάω μαζί σου στον παράδεισο, γιατί έζησα την κόλαση εδώ στη γη κι εξαγνίστηκα. Δεν ανέχομαι τη θεία αδικία”.
