– Μ’ έπρηξες, λέει θυμωμένος. Δε σε θέμε εδώ μέσα. Στο ΄παμε πως δε σε θέμε. Και άκου να σου πω: Λαθεύτηκες πάνω σε μας, εδώ που μας βλέπεις. Είσ’ ένα κουτορνίθι, και δεν κόβει το μυαλό σου, για να δεις πως δεν είμαστε ψωριάρηδες. Πες πως βάζεις λόγια και μας διώχνουν από δω. Πες πως ρο κάνεις. Φαντάζεσαι βέβαια πως θα γυρίζουμε στους πέντε δρόμους, για να ψάχνουμε για μια τιποτένια ψωροδουλειά, σαν τούτη εδώ χάμου. Δεν ξέρεις, φαίνεται, πως έχουμε δικό μας χτήμα για να πάμε, και δικό μας σπίτι. Δε θα μείνουμε εδώ χάμω. Έχουμε σπίτι και κουνέλια και φρουτόδεντρα, και σε μεριά χίλιες φορές πιο όμορφη από τούτη. Έχουμε και ένα σωρό φίλους -να τι έχουμε. Μπορεί να φοβόμαστε πριχού, μην τύχει και μας διώξουν, μα τώρα πια δεν το φοβόμαστε. Έχουμε τη δική μας γης, δική μας, χτήμα μας, κι οποία ώρα θέμε πάμε. Η γυναίκα του Κέρλυ γέλασε κοροϊδευτικά: – Μπούρδες! Τους ξέρω κάτι τέτοιους σαν κι εσάς, Και δύο δεκάρες μόνο να ‘χετε δε θα καθόσαστε να ζητιανεύετε μια χούφτα καλαμπόκι, και να γλείφετε τα πιάτα από την πείνα σας.Σας ξέρω από την καλή!
