Πριν ολοκληρώσει την πρώτη της φράση, βγήκαν από το στόμα μου οι λέξεις “σκάσε σκύλα”. Η Κούλα σταμάτησε απότομα να μιλά και με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Παρερμηνεύοντας μια αθώα κίνηση του χεριού μου ως απόπειρα χαστουκιού, αντί ν’ αντιδράσει αμυντικά, πήρε μια έκφραση ηδονικής αναμονής που δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου. Βεβαίως, δεν είχα το χρόνο και την κατάλληλη ψυχική διάθεση να εμβαθύνω σ’ όλα αυτά διότι έπεσα σαν ζώο απάνω της μουγκρίζοντας (αν θυμάμαι καλά) “θα σε ξεσκίσω πουτάνα”. Ποιός; Εγώ! Ο Ιγνάτιος Κούρμπας του Επαμεινώνδα!…Κοίταξα το ρολόι. Δε χρειαζόταν. Το ‘ξερα. Και τώρα; Μια ζωή θρύψαλα! Και τώρα; Να φύγω τρέχοντας στο κενό…τότε που γράφαμε συνθήματα στους τοίχους…Θα νικήσουμε…Δε νικήσαμε, Μανώλη! Ούτε συ, ούτε εγώ…Αγκύλες!….Όλη μας η ζωή ήταν κλεισμένη σε αγκύλες!…
