Όταν η μικρή ήρθε στο καταχείμωνο (αρχές Δεκεμβρίου του ’63) κλαίγοντας να μου αναγγείλει ότι “ο Κώστας έφυγε”, καθάριζα κρεμμύδια. Η κουζίνα ήταν γεμάτη ατμούς από το νερό που έβραζε – μερικές δουλειές μ΄ άρεσε να τις κάνω μόνη μου, δεν εμπιστευόμουνα την υπηρεσία… Στην αρχή δεν πολυκατάλαβα. “Δηλαδή, τι θα πει έφυγε;” Κάθισε και μου τάπε “με το νι και με το σίγμα”. Ομολογώ ότι τάχασα. Μπράβο Κώστα, είπα μέσα μου. Έτσι την κοπανάνε μετά από οκτώ χρόνια γάμου; Αλλά δεν εξωτερίκευσα τις σκέψεις μου. Έβλεπα ότι η μικρή υπέφερε (ως και άλλο όνομα χρησιμοποίησε ο αφιλότιμος για να φύγει: Γαρουφαλίδης!) γιατί ο Κώστας ήταν ο μόνος άνδρας που πραγματικά είχε αγαπήσειστη ζωή της… “Πού πήγε;” τη ρώτησα μόνο. “Στο Παρίσι”, μ’ απάντησε…
