Η Άννα: Δεν μπορώ να δώ σαν εγκληματία την Ειρήνη. Ο αδελφός: Eίχε ένα χάρισμα να πείθει. Όλοι οι φονιάδες το’χουν. Ο άντρας: Άστραψε η ζωή μας, αυτό είχα να πω στο Δικαστήριο… Η Ειρήνη άστραψε τη ζωή ολωνών μας. Η Βασιλική: Αύριο έχει επισκεπτήριο. Θα πάω να δω το χαϊδεμένο μου. Έχει χλωμιάσει πολύ. Η Ειρήνη: Σε παρακαλώ λουλούδι μου, μην αφήσεις να με βάλουν στο ψυχιατρείο, να γίνω και εγώ μια αδιάφορη γυναίκα, τι καλό μπορεί να περιμένει ένας άντρας από μια γυναίκα αδιάφορη; Η Ειρήνη δεν γνωρίζει καν τον αντρα. Κ ι όμως, σκοτώνει την -επίσης άγνωστή της-γυναίκα και παίρνει τη θέση της. Η ζωή πολλών ανθρώπων ανθίζει μ’ αυτό το έγκλημα. Μέχρι τη στιγμή που η Ειρήνη σιυλλαμβάνεται, για να ξαναπεί και να ξαναδείξει στην πράξη, πως αγάπη στο μιλητό δεν γίνεται να υπάρχει και πως καθένας πρέπει να είναι, μόνο αυτό που έχει τη δύναμη να είναι.
