Όταν η τύχη ξεκλειδώνει τις πύλες του Έρωτα, απομακρύνεται στα σκοτάδια του χρόνου, έχοντας επιτελέσει ένα έργο που στην αρχή οι ερωτευμένοι θεωρούν μέγιστο και είναι μέγιστο. Έχει επιτρέψει σε δυο μοναδικούς ανθρώπους να ανακαλύψουν ο ένας τον άλλο και να πιστέψουν ότι ναι, ήταν αληθινές οι παιδικές ψευδαισθήσεις ότι σε κάποιο μακρινό, πολύ μακρινό, σημείο του πλανήτη υπάρχει ένα ομοίωμά τους. Ένας άλλος άνθρωπος που είναι το πεπρωμένο τους, που είναι ο στόχος της ζωής τους, χωρίς επίγνωση και χωρίς ανάγκη αναζήτησης. Όλα αυτά ανακαλύπτονται, όταν πραγματώνονται, επειδή οι τόσο αληθινές παιδικές ψευδαισθήσεις ξεθωριάζουν -από τους πολλούς αποκηρύσσονται- μετά την εφηβεία και γίνεται ο άνθρωπος… ρεαλιστής. Η γέφυρα που ενώνει την εφηβεία με την ωριμότητα σε προτρέπει να ξεφορτωθείς ό,τι παιδικό, αφελές και παραμυθένιο, ό,τι αχρείαστο, ίσως και επικίνδυνο για την κοινωνία των αμνών, για να μπορέσεις να τη διαβείς! Γιατί, αν θες να μην γκρεμιστείς μαζί της στο κενό, πρέπει να ελαφρύνεις, πρέπει να πετάξεις ένα μέρος της ψυχής σου, το πιο περιττό αλλά και το τόσο βαρύ, το μαγικό ψέμα δηλαδή. Όσα πιο πολλά πετάς, η γέφυρα γίνεται τσουλήθρα για πιο γρήγορη ενηλικίωση. Για όσους ξεροκέφαλους πετούν τα ελάχιστα, η γέφυρα γίνεται κακοτράχαλη ανηφοριά. Στενάζει από το βάρος αλλά και χαμογελά, επειδή έτσι επιβεβαιώνει την ύπαρξή της, αντέχοντας.
