Κάθε φορά που σχολούσε ο Αντρέας ταπόγεμα από το Γυμνάσιο, του άρεσε να σταματά στο καφενείο του πατέρα του. Προ πάντων τα χειμωνιάτικα βράδια. Γιατί τότες έκαιγε η μεγάλη στρογγυλή σόμπα εκεί μέσα κ’ είτανε γλυκιά η ζεστασιά.
Συμπαθητικό ναυτικό καφενείο, με μεγάλες τζαμαρίες και σκούρο, χαμηλό ταβάνι. Απ’ εκεί κρεμόντανε αραδιασμένα κόκκινα κανάτια και πλεξούδες σκόρδα. Πάντα ειρηνικό, παστρικό και ήσυχο. “Η καλή καρδιά”.
