Τι έτρεχε κει κάτω; Ποιο ταν τ αγόρι που μου παιρνε τη μισή μου φίλη;
Ένα τρυπάνι μου τριβέλιζε την καρδιά. Ένας αβάσταχτος πόνος. Θα θελα να σκοτώσω τον αντίζηλο τούτο, μα δεν ήξερα να μαλώνω, μήτε να πετώ πέτρες.
Την κοιτούσα κατάματα.
– Φίλησες τον άλλον, καθώς εμένα;
– Ναι, τον φίλησα, μα αυτός είναι άλλο κι άλλο συ. Δεν πρέπει να κακοκαρδίζεις, έλα να τονε δεις…
– Να δω ποιόνε;
– Τον Παμεινώντα, τον άλλον για… Είναι τόσο καλός. Θα δεις, θα τον αγαπήσεις κι ελόγου σου.
