«Ναι, όλα αυτά σου’ ναι αδιάφορα, έτσι δεν είναι; συνέχισε η Χρυσηίς. Δεν την αγαπούσες. Εμένα αγαπάς. Ούτε καν άκουσες αυτά που μόλις είπα. Είμαι σίγουρη ότι δε θα μπορούσες να επαναλάβεις ούτε μια λέξη. Είσαι για τα καλά απασχολημένος με το να μάθεις το σχήμα των βλεφάρων μου, τη γλυκύτητα του στόματός μου και πόσο απαλά είναι στο άγγιγμα τους τα μαλλιά μου. Α! πόσοι άλλοι τα ξέρουν αυτά! Όλοι αυτοί, όλοι αυτοί που με πόθησαν, έσβησαν πάνω μου τον πόθο τους: άντρες, νέοι, γέροι, παιδιά, γυναίκες, κορίτσια. Δεν αρνήθηκα σε κανέναν, ακούς; Εδώ κι εφτά χρόνια, Δημήτριε, κοιμήθηκα μονάχη τρεις μόνο νύχτες. Υπολόγισε πόσους είχα εραστές; Πάνω από δύο χιλιάδες πεντακόσιους, γιατι δε λογαριάζω αυτούς που μ’ επισκέπτονταν τη μέρα. Τον περασμένο χρόνο χόρεψα γυμνή μπροστά σ’ είκοσι χιλιάδες άτομα και γνωρίζω ότι δεν ήσουν ανάμεσά τους. Νομίζεις πως κρύβομαι; Α! για ποιο λόγο! Όλες οι γυναίκες μ’ έχουν δει στο λουτρό. Όλοι οι άντρες μ΄έχουν δει στο κρεβάτι. Μόνο εσύ δε θα με δεις ποτέ»…
