Τώρα πια δεν υπάρχουν οι γυναίκες του να τον λένε “τζιέρι μου”, πρέπει να μάθει να ζει στη μιζέρια όσων δεν άκουσαν χαϊδευτικά. Η ζωή γράφει τη δική της ιστορία ενώνοντας το τραγικό με το γελοίο σ’ έναν ιστό αράχνης που καταπίνει τα πάντα. Τώρα μαθαίνει τι σημαίνει να γίνεσαι έρμαιο της τύχης. Αυτός ο άντρας θυμάται για να επιβιώσει. Θυμάται αποσπασματικά, ασυνάρτητα, πυρετικά. Τα πάντα γίνονται έρωτας – ένας έρωτας τελετουργικός, αχαλίνωτος, μανιακός. Θυμάται αβάσταχτα.
