Στο σπίτι που πεθαίνει ένα παιδί γερνάνε όλα μονομιάς κι ασκημαίνουν. Τους άλλους θανάτους τους αντέχει το σπίτι. Είναι προετοιμασμένο. Σε λίγες μέρες θα ξανανοίξει τα παράθυρά του, για να πει πως το κακό πέρασε και πάει και να μην ανησυχεί κανείς, γιατί εκεί μέσα έχουν αρχίσει κιόλας να ετοιμάζονται χαρές. Το θάνατο, όμως, του παιδιού δεν τον βαστάει το σπίτι. Παλιώνει απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, βουβαίνεται και μικραίνει. Κάπως στενεύουν οι κάμμαρές του, κάπως ζαρώνουνε στις γωνίες τα έπιπλά του, κάπως θαμπώνουνεοι καθρέφτες του, και το μπαλκόνι του σάμπως να γέρνει απ’ τη μια μεριά. Ακόμα κι ο δρόμος έξω, με τις σιωπηλές ακακίες στη σειρά, μοιάζει έρημος ως πέρα στην άκρη του…
